Παρά τις μελέτες που σχετίζουν τα υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα με λιγότερα εμφράγματα και θανάτους, μια νέα έρευνα διαπιστώνει ότι η ημερήσια χορήγηση βιταμίνης D σε ηλικιωμένες γυναίκες δεν μειώνει τους καρδιακούς κινδύνους.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism, η χοληστερόλη, η αρτηριακή πίεση και το σάκχαρο του αίματος δεν ήταν χαμηλότερα μετά από έναν χρόνο λήψης μιας από δύο δόσεις βιταμίνης D, συγκριτικά με τις γυναίκες που είχαν πάρει ανενεργά χάπια.

Οι λεγόμενες μελέτες παρατήρησης (που μετρούν την βιταμίνη D στο αίμα του ανθρώπου και στη συνέχεια τον θέτουν υπό ιατρική παρακολούθηση) τείνουν να εντοπίζουν σχέση μεταξύ των επιπέδων της βιταμίνης στον οργανισμό και της καρδιακής υγείας.

«Υπάρχει μεγάλη ποσότητα επιδημιολογικών στοιχείων που δείχνει ότι υπάρχει σχέση μεταξύ των μειωμένων επιπέδων βιταμίνης D και του αυξημένου κινδύνου για καρδιαγγειακά επεισόδια», εξηγεί ο Δρ Μισέλ Τσοντσολ που έχει ερευνήσει τον συσχετισμό στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο στο Ντένβερ.

Αλλά αυτό το είδος έρευνας δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίου-αποτελέσματος επειδή είναι αδύνατον να ληφθούν υπόψη όλες οι πιθανές διατροφικές και διαφορές στον τρόπο ζωής μεταξύ των ατόμων με χαμηλά και υψηλά επίπεδα βιταμίνης D στον οργανισμό.

Οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες έρευνες θεωρούνται καλύτερες, διότι με τυχαίο τρόπο χωρίζουν το δείγμα σε ομάδες και τους χορηγούν συγκεκριμένη αγωγή ή εικονικό σκεύασμα, άρα καταλήγουν σε ασφαλέστερα συμπεράσματα.

Για την παρούσα μελέτη, ο Δρ Άντριαν Γουντ από το Πανεπιστήμιο του Άμπερντιν στη Μ.Βρετανία χώρισε 305 γυναίκες (60 ετών και άνω) σε τρεις ομάδες. Κάθε πρωί για έναν χρόνο, οι γυναίκες έπαιρναν είτε 400 IU (διεθνείς μονάδες) είτε 1.000 IU βιταμίνης D, ή ανενεργό χάπι (placebo).

Οι συμμετέχουσες επέστρεφαν στο εργαστήριο κάθε δύο μήνες για να υποβληθούν σε μια σειρά καρδιολογικών εξετάσεων.

Στην αρχή της μελέτης, οι γυναίκες σε κάθε ομάδα είχαν παρόμοια αποτελέσματα στις περισσότερες καρδιακές μετρήσεις. Οι γυναίκες της ομάδας ελέγχου, για παράδειγμα, είχαν κατά μέσο όρο βάρος 68,9 κιλά, αρτηριακή πίεση 128/78 και ολική χοληστερόλη 238.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων 12 μηνών, η χοληστερόλη και η αρτηριακή πίεση ποικίλα ανάλογα με την εποχικότητα και όχι με βάση αν οι γυναίκες έπαιρναν επιπλέον βιταμίνη D.

Τελικά, δεν προέκυψε ξεκάθαρη διαφορά μεταξύ των τριών ομάδων ως προς τις αλλαγές των καρδιακών δεικτών, εξηγεί ο Δρ Γουντ.

Η μελέτη πάντως θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν διήρκεσε αρκετά ή το δείγμα ήταν μικρό, για να μπορέσει να αποφανθεί αν η βιταμίνη D μπορεί να επηρεάσει την πιθανότητα εμφράγματος ή θανάτου.

Στις διατροφικές πηγές της βιταμίνης D περιλαμβάνεται το μουρουνέλαιο, τα ψάρια καθώς και προϊόντα εμπλουτισμένα με την βιταμίνη όπως χυμοί και γαλακτοκομικά.

Η ημερήσια συνιστώμενη ποσότητα για τους ενήλικες είναι 600 IU την ημέρα. Το 2010 μελέτη είχε δείξει ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να σχετίζουν την βιταμίνη D και το ασβέστιο με καλύτερη οστική υγεία, αλλά ότι έχουν άλλα οφέλη στην αρτηριακή πίεση και την καρδιαγγειακή υγεία.

Πάντως, αρκετοί ερευνητές πιστεύουν ότι η επιπλέον βιταμίνη D, ειδικά σε άτομα με πολύ χαμηλά επίπεδα, μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της φλεγμονής και να παίξει ρόλο στην ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα.

Πηγή: health.in.gr

www.myhnews.gr