Το ερώτημα που απασχολεί πολλούς ειδικούς της επιστήμης της διατροφής είναι ποιος τύπος δίαιτας –χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος, χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες ή ένα πιο ισορροπημένο σχήμα- είναι αυτός που οδηγεί σε πιο αποτελεσματική απώλεια βάρους. Οι σχετικές έρευνες που συγκρίνουν τα διάφορα είδη διαιτών που έχουν κατά καιρούς δημιουργηθεί, οδηγούν σε παρόμοια συμπεράσματα και αδυνατούν να αναδείξουν το ένα ως πιο αποτελεσματικό έναντι του άλλου. Το γεγονός αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι η απάντηση κρύβεται κάπου πιο βαθιά και έχει να κάνει με το γονότυπο, το σύνολο δηλαδή των γονιδίων, του κάθε ατόμου που το καθιστά μοναδικό και ανεπανάληπτο.

Σύμφωνα με μία μικρή μελέτη στην οποία συμμετείχαν 140 υπέρβαρες ή παχύσαρκες γυναίκες, όσες ακολουθούσαν ένα τύπο δίαιτας “κατάλληλο” για το γονότυπό τους κατάφεραν να χάσουν περισσότερα κιλά σε σχέση με εκείνες που ακολουθούσαν ένα σχήμα “λιγότερο κατάλληλο” για το γενετικό τους προφίλ. Ο στόχος της συγκεκριμένης μελέτης, που διεξήχθη για λογαριασμό μιας εταιρείας γενετικής, ήταν η αξιολόγηση μιας νέας γενετικής εξέτασης τα αποτελέσματα της οποίας υπόσχονται να δώσουν μία απάντηση στο παραπάνω ερώτημα.

Στη μελέτη αυτή οι 140 γυναίκες που συμμετείχαν τυχαιοποιήθηκαν σε τέσσερις ομάδες ανάλογα με τον τύπο της δίαιτας που ακολουθούσαν [δίαιτα Atkins (χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες), δίαιτα Ornish (πάρα πολύ χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος), δίαιτα LEARN (πολύ χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος), δίαιτα της ζώνης (ισορροπημένο σχήμα)]. Στις 100 από αυτές πραγματοποιήθηκε ανάλυση DNA. Αυτό που ήθελαν να διαπιστώσουν οι ερευνητές ήταν κατά πόσο οι γυναίκες που ακολουθούσαν το “κατάλληλο” διατροφικό σχήμα ήταν και εκείνες που κατάφερναν να χάσουν τα περισσότερα κιλά. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως οι γυναίκες που ακολουθούσαν το “κατάλληλο” διατροφικό σχήμα έχασαν το 5,3% του σωματικού τους βάρους, σε αντίθεση με τις γυναίκες που ακολουθούσαν το “ακατάλληλο” διατροφικό σχήμα οι οποίες έχασαν μόλις το 2,3% αυτού.

Τα αποτελέσματα ήταν ακόμη πιο ισχυρά στην περίπτωση των γυναικών που προσπαθούσαν να ακολουθήσουν τις δίαιτες που ήταν χαμηλές σε υδατάνθρακες (Atkins) και σε λίπος (Ornish), όπου η υιοθέτηση του “κατάλληλου” τύπου οδήγησε σε απώλεια ίση με το 6,8% του σωματικού βάρους, ενώ η συμμόρφωση με τον “ακατάλληλο” τύπο προκάλεσε απώλεια μόλις του 1,4% αυτού. Σύμφωνα με τους ερευνητές το 39% των Αμερικανών ανταποκρίνεται σε μία δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος, το 45% σε μία δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε επεξεργασμένους υδατάνθρακες και το 16 αυτών έχουν μία μετάλλαξη η οποία τους βοηθάει να χάνουν βάρος πιο αποτελεσματικά με την υιοθέτηση ενός πιο ισορροπημένου διατροφικού προτύπου.

Ανάμεσα στα εκατοντάδες γονίδια που έχουν κατά καιρούς συνδεθεί με την παχυσαρκία μόνο τρία από αυτά – το FABP2 (fatty acid binding protein 2), το PPARγ (peroxisome proliferators activated receptor gamma) και το ADRB2 (beta 2 adrenergic receptor)- βρέθηκε να εμπλέκονται στη συσχέτιση ανάμεσα στη διατροφή και την απώλεια βάρους. Όπως σημειώνει ο ερευνητής Christopher Gardner από το πανεπιστήμιο του Stanford στην Καλιφόρνια “η δυνατότητα να χρησιμοποιούνται οι γενετικές πληροφορίες για την επίτευξη της μέγιστης δυνατής απώλειας βάρους χωρίς τη χρήση φαρμάκων αποτελεί μία πολύ σημαντική συνιστώσα για την αντιμετώπιση του υπέρβαρου και της παχυσαρκίας στις δυτικού τύπου κοινωνίες”.

Ωστόσο, απέχουμε αρκετά από αυτήν την προοπτική. Η έρευνα βρίσκεται ακόμη στα αρχικά στάδιά της, αλλά φαίνεται πως κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, ούτως ώστε σε βάθος χρόνου οι διάφορες γενετικές πληροφορίες να μπορούν να χρησιμοποιούνται στην καθημερινή κλινική πράξη για την καλύτερη και πιο εξειδικευμένη αντιμετώπιση των ασθενών από τους ειδικούς της διατροφής.

 

Προσαρμογή: Επιστημονική Ομάδα δια…της Τροφής