Η σημασία του να τρέφονται υγιεινά τα παιδιά είναι αδιαμφισβήτητη. Παρόλα αυτά φαίνεται να υπάρχει διχογνωμία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας και των γονιών για το τι είναι αυτό που πραγματικά επηρεάζει τις διατροφικές συνήθειες των παιδιών. Από τη μια μεριά οι ειδικοί διατείνονται ότι οι διαιτητικές προτιμήσεις καθορίζονται πρωτίστως από τα διατροφικά πρότυπα των κηδεμόνων και το οικογενειακό περιβάλλον και είναι κάτι στο οποίο μπορεί να εκπαιδευτεί ένα παιδί. Αντίθετα πολλοί γονείς ισχυρίζονται ότι η όποια προσπάθειά να μάθουν τα παιδιά τους να τρώνε υγιεινά πέφτει στο κενό, γιατί απλά σε μερικά παιδιά δεν αρέσουν συγκεκριμένα φαγητά ίσως και λόγω γενετικής προδιάθεσης.

 

Έτσι πρόσφατα ερευνητές από το University College London πραγματοποίησαν μια μεγάλη μελέτη παρατήρησης σε μονοζυγωτικά και διζυγωτικά δίδυμα παιδιά (2686 δίδυμα, μέσης ηλικίας 3,5 ετών), προκειμένου να διαπιστώσουν τι είναι αυτό τελικά που καθορίζει τις διατροφικές προτιμήσεις των παιδιών. Σε αυτή την έρευνα αναλύθηκαν οι διαιτητικές συνήθειες για 84 είδη τροφίμων που ταξινομήθηκαν σε 6 κύριες κατηγορίες: λαχανικά, φρούτα, πρωτεΐνες, γαλακτοκομικά, αμυλούχα και σνακ. Λόγω της μικρής ηλικίας των παιδιών και του μεγάλου όγκου δείγματος τα ερωτηματολόγια συμπληρώθηκαν από τους γονείς.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η λιγότερο αγαπημένη διατροφική ομάδα των παιδιών ήταν τα λαχανικά, με μόνη εξαίρεση το καλαμπόκι, τον αρακά, τις τομάτες και τα μαγειρεμένα καρότα. Σε αντίθεση αυτά που κατά κύριο λόγο προτιμούσαν ήταν τα γλυκά, τα πατατάκια, το κέικ και το παγωτό (ομάδα των σνακ). Επιπλέον φάνηκε ότι σε όσα παιδιά άρεσαν τα φρούτα άρεσαν συνήθως και τα λαχανικά. Το αν τα αδέρφια ήταν μονοζυγωτικά ή διζυγωτικά δίδυμα δε βρέθηκε να παίζει κάποιο ρόλο. Αυτό όμως που τελικά διαπιστώθηκε ήταν ότι το γενετικό υπόβαθρο επηρεάζει περισσότερο τις διατροφικές προτιμήσεις που έχουν να κάνουν με τα φρούτα, τα λαχανικά και τις πρωτεΐνες, ενώ το οικογενειακό περιβάλλον σχετίζεται σημαντικότερα με την κατανάλωση σνακ (γλυκά, πατατάκια κ.α), αμυλούχων τροφίμων και γαλακτοκομικών. Σε αυτές τουλάχιστον τις μικρές ηλικίες (3-4 ετών) το κοινωνικό περιβάλλον πέραν της οικογένειας δε φάνηκε να τροποποιεί τις διατροφικές συνήθειες των παιδιών.

Αυτή η μεγάλης κλίμακας έρευνα έρχεται να ενισχύσει την άποψη που θέλει οι διαιτητικές συνήθειες των παιδιών να αποτελούν έκφραση τόσο του οικογενειακού περιβάλλοντος όσο και των γονιδίων, ανάλογα πάντα με το είδος του τροφίμου. Το ότι βέβαια τα γονίδια φαίνεται να καθιστούν ένα φαγητό προτιμότερο στα παιδιά εν συγκρίσει με ένα άλλο, δεν σημαίνει ότι και σε αυτές τις περιπτώσεις ο ρόλος των κηδεμόνων στη διαμόρφωση των διατροφικών προτύπων είναι λιγότερο σημαντικός. Για αυτό και οι γονείς οφείλουν συνεχώς να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να δοκιμάζουν νέα τρόφιμα και γεύσεις, επανεισάγοντας σε τακτικά χρονικά διαστήματα μη αγαπημένα φαγητά. Μια τέτοια τακτική εξάλλου θα αποτρέψει αργότερα στην ενήλικη ζωή την υιοθέτηση πολύ περιοριστικών διατροφικών συνηθειών.

Πηγή:

Fildes A, van Jaarsveld CHM, Liewellyn CH, Fisher A, Cooke L, Wardle J. Nature and nurture in children’s food preferences. Am J Clin Nutr 2014; Epub ahead of print.

Παύλος Δρογγίτης, MSc(MedSci)

Νοσοκομειακός Διαιτολόγος (Ψ.Ν.Θ)

Επιστημονικός συνεργάτης δια…της Τροφής