Πιλοτική μελέτη ρίχνει φως στην πιθανή επίδραση της κουρκουμίνης στο εντερικό μικροβίωμα.

Αποτελέσματα από μία νέα κλινική δοκιμή, υποστηρίζουν ότι τα κουρκουμινοειδή που βρίσκονται στον κουρκουμά διαμορφώνουν τη σύνθεση και τον πληθυσμό των βακτηρίων του εντέρου, προσφέροντας δυνητικά οφέλη για την υγεία του ατόμου.

Οι συμμετέχοντες, οι οποίοι έλαβαν δισκία που περιείχαν δραστικά συστατικά από κουρκουμά και μαύρο πιπέρι (κουρκουμίνη και πιπερίνη αντίστοιχα), παρουσίασαν αύξηση της βακτηριδιακής ποικιλότητας στο έντερό τους κατά 7%, ενώ συμμετέχοντες στο placebo φάρμακο παρουσίασαν μείωση κατά 15%.

Η πιλοτική μελέτη προσθέτει στο μόλις αναπτυσσόμενο σώμα της βιβλιογραφίας, το πώς τα βακτήρια στο ανθρώπινο έντερο αλληλεπιδρούν με τις προσλαμβανόμενες χημικές ενώσεις και πως αυτές οι επιδράσεις μπορούν να επηρεάσουν την υγεία.

«Δεν υπάρχουν ακόμα επαρκή δεδομένα για τις επιπτώσεις της κουρκουμίνης και του κουρκουμά στο μικροβιακό έντερο καθώς οι παρόμοιες μελέτες σε ανθρώπους είναι ελάχιστες», έγραψαν οι συγγραφείς,  που συνδέονται με αρκετά κολέγια στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στην μελέτη που δημοσιεύθηκε τον προηγούμενο μήνα στο περιοδικό στο τέλος του άρθρου

Πρόσθεσαν όμως, ότι πολλές μελέτες που έχουν διεξαχθεί σε ζώα, υποστηρίζουν ότι φυτικά συστατικά όπως το μαύρο πιπέρι και ο κουρκουμάς, μπορούν να επηρεάσουν την ποικιλία του μικροβιακού εντέρου.

Προβιοτικό αποτέλεσμα

Οι ερευνητές ανέλυσαν τα αποτελέσματα του κουρκουμά στο μικροβιακό φορτίο στο έντερο και στον ανταγωνισμό του, ως αποτέλεσμα της πρεβιοτικής δράσης. «Δεν δρα ακριβώς όπως ένα πρεβιοτικό», ανέφεραν, γιατί «η κουρκουμίνη δεν μπορεί να προσφέρει άμεση πηγή ενέργειας για τα μικρόβια του εντέρου και έτσι δεν καλύπτει εξ ολοκλήρου τον ορισμό του πρεβιοτικού».

Αντιθέτως, υποθέτουν ότι το αποτέλεσμα που μοιάζει με αυτά ενός πρεβιοτικού προέκυψε από έμμεσες επιδράσεις βασισμένες σε μεταβολές στη φυσιολογία του ξενιστή, όπως μεταβολή της λειτουργίας του εντερικού φραγμού μέσω επιλεκτικής επιβίωσης των «καλών» εντερικών βακτηριών»

“Τα αποτελέσματά μας καθιστούν σαφές ότι απαιτείται περαιτέρω μελέτη σε μεγαλύτερες ομάδες προκειμένου να κατανοήσουμε πλήρως τις επιδράσεις της κουρκουμίνης στο μικροβίωμα του εντέρου και πώς αυτή συμβάλλει στα γνωστά οφέλη για την υγεία του κουρκουμά”, πρόσθεσαν.

Λεπτομέρειες μελέτης

Τριάντα συμμετέχοντες πήραν μέρος στη μελέτη, αλλά μόνο 14 την ολοκλήρωσαν από την αρχή ως το τέλος. Από τον αρχικό αριθμό συμμετεχόντων, οι ερευνητές τυχαία κατέταξαν 10 στην placebo (εικονικό φάρμακο) ομάδα, άλλους 10 στην ομάδα του κουρκουμά και άλλους 10 στην ομάδα της κουρκουμίνης.

Η διαφορά μεταξύ της ομάδας με κουρκουμά και της ομάδας κουρκουμίνης ήταν ότι οι τελευταίοι έλαβαν δισκία που περιείχαν τυποποιημένη μορφή κουρκουμίνης που εκχειλίσθηκε από κουρκουμά.

Αλλαγές στο μικροβιακό έντερο  καθορίστηκαν  με ανάλυση αλληλουχίας του 16s  rRNA  των δειγμάτων κοπράνων. Οι συμμετέχοντες πήραν 180 δισκία στην βασική επίσκεψη ( 1η βδομάδα) και άλλα 180 δισκία στην δεύτερη επίσκεψη (4η εβδομάδα). Οι συμμετέχοντες επισκέφτηκαν το εργαστήριο κατά την εξέταση, την βασική επίσκεψη, την τέταρτη και την όγδοη εβδομάδα.

Συνολικά 3 συμμετέχοντες από την placebo ομάδα, 5 συμμετέχοντες από την ομάδα της κουρκουμίνης και 6 συμμετέχοντες από την ομάδα του κουρκουμά έδωσαν δείγματα κοπράνων για ανάλυση, αλλά μόνο οι 14 συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν την μελέτη.

«Αυτή η πιλοτική μελέτη σε υγιή άτομα έχει δημιουργήσει πιο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις από ό, τι απαντήσεις και υπογραμμίζει την πολυπλοκότητα των μελετών της ανθρώπινης παρέμβασης οι οποίες σκοπεύουν να μελετήσουν τις επιπτώσεις αυτών των δυνητικά ισχυρών φυτικών φαρμάκων», έγραψαν οι συγγραφείς.

Περαιτέρω μελέτες που περιλαμβάνουν μια μεγαλύτερη ανθρώπινη ομάδα θα διευκρινίσουν εάν η μικροβιακή αυτή αντίδραση είναι αντιπροσωπευτική και αν, με περισσότερους συμμετέχοντες, μπορούν να καθοριστούν με σαφήνεια οι απαντήσεις.

 

ΠΗΓΗ:

J Evid Based Integr Med. 2018; 23: 2515690X18790725.

Christine T. Peterson, PhD,1 Alexandra R. Vaughn, PhD,2,3 Vandana Sharma, PhD,4 Deepak Chopra, MD,1,5Paul J. Mills, PhD,1 Scott N. Peterson, PhD,4 and Raja K. Sivamani, MD2,

Published online 2018 Aug 8. doi:  [10.1177/2515690X18790725]

Επιμέλεια: Θωμάς Τσαντίλας