Ο ιός γρίπης A (H1N1) είναι ένας υπότυπος του ιού Α και η πιο κοινή αιτία γρίπης στον άνθρωπο. Ορισμένα στελέχη του H1N1 ενδημούν σε ανθρώπους και προκαλούν μέρος του συνόλου των ιογενών συνδρομών, αλλά και του συνόλου της εποχιακής γρίπης. Άλλα στελέχη του H1N1 είναι ενδημούν σε χοίρους (γρίπη των χοίρων) και σε πτηνά (γρίπη των πτηνών) [1].

 

Στελέχη

Τον Ιούνιο του 2009, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δήλωσε ότι η γρίπη οφείλεται σε ένα νέο στέλεχος H1N1, που ενδημεί στους χοίρους, και ευθύνεται για την πανδημία γρίπης του 2009. Η προκαλούμενη ασθένεια ονομάζεται συχνά γρίπη των χοίρων, από τα δημόσια μέσα ενημέρωσης. Ο ιός της γρίπης των χοίρων (Swine Influenza Virus, S.I.V.) προκαλείται από οποιοδήποτε στέλεχος της οικογένειας των ιών της γρίπης, που ενδημούν στους χοίρους. Το 2009, τα γνωστά στελέχη της γρίπης περιλαμβάνουν τον S.I.V. τύπου C και τους υποτύπους της γρίπης Α: H1N1, H1N2, H3N1, H3N2, και H2N3 [1].

Μετάδοση

Η μετάδοση του ιού από τους χοίρους στον άνθρωπο δεν είναι κοινή και δεν οδηγεί πάντοτε στην ανθρώπινη γρίπη, αλλά συχνά μόνο στην παραγωγή των αντισωμάτων στο αίμα. Τα άτομα με τακτική έκθεση σε χοίρους, έχουν αυξημένο κίνδυνο να νοσήσουν από τον ιό της γρίπης των χοίρων [1]. Ωστόσο, το κρέας από ένα μολυσμένο ζώο δεν αποτελεί κίνδυνο μόλυνσης, όταν είναι σωστά μαγειρεμένο. Σύμφωνα το αμερικανικό CDC [2] (Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών), «η γρίπη των χοίρων είναι μια αναπνευστική νόσος των χοίρων, που προκαλείται από ιούς της γρίπης τύπου Α. Τα συμπτώματα της γρίπης (των χοίρων) στον άνθρωπο είναι παρόμοια με τα συμπτώματα της κοινής ανθρώπινης γρίπης και περιλαμβάνουν πυρετό, βήχα, πονόλαιμο, πόνους στο σώμα, πονοκέφαλο, ρίγη και κόπωση. Μερικοί άνθρωποι έχουν αναφέρει διάρροια και εμετό».

Ο ιός είναι ιδιαίτερα μεταδοτικός και διαδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο με τον ίδιο τρόπο, όπως και η εποχιακή γρίπη. Ο πιο συχνός μηχανισμός μετάδοσης είναι από σταγονίδια βήχα και φτάρνισμα μολυσμένων ατόμων. Επίσης, ενδεχομένως και με άγγιγμα επιφάνειας ή χεριού ατόμου που έχει μολυνθεί με τον ιό και στη συνέχεια άγγιγμα του στόματος ατόμου ή της μύτης μας, αν και δεν υπάρχουν άμεσες αποδείξεις για αυτό. Το CDC συστήνει στους πάσχοντες να απομονώνονται για περίπου πέντε ημέρες [3].

Εξειδίκευση

Η λοιμογόνος ισχύς του ιού της γρίπης των χοίρων είναι ήπια και τα ποσοστά θνησιμότητας είναι πολύ χαμηλά (περίπου 0,1%) [4]. Έρευνα που διεξήχθη στο Imperial College του Λονδίνου [5] έχει δείξει ότι, σε αντίθεση με εποχιακή γρίπη, ο H1N1/09 μπορεί να μολύνει τα κύτταρα βαθιά στους πνεύμονες. Αντίθετα, η εποχική γρίπη μπορεί να μολύνει μόνο τα κύτταρα με α2-6, που βρίσκονται συνήθως στη μύτη και το λαιμό, ενώ ο H1N1/09 μπορεί επίσης να μολύνει κύτταρα με υποδοχείς α2-3. Ο H1N1/09 καταστρέφει τις κυψελίδες των πνευμόνων, προκαλώντας συχνά σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, που αποδεικνύεται μοιραίο στις μισές περιπτώσεις. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί μερικοί ασθενείς παρουσίασαν σοβαρά αναπνευστικά συμπτώματα. Προκαταρκτική έρευνα δείχνει ότι η σοβαρότητα συνδέεται με μια γενετική παραλλαγή στο ανοσοποιητικό σύστημα.

Εμβόλιο

Τα κοινά εμβόλια γρίπης δεν περιλαμβάνουν αυτό το στέλεχος, έτσι δεν προσφέρουν καμία προστασία. Ομοίως, τα αντιβιοτικά στοχεύουν μόνο βακτηριακά στελέχη, οπότε δεν σταματούν τους ιούς που είναι υπεύθυνοι για τα κρυολογήματα και τη γρίπη. Υπάρχουν βέβαια μερικά φάρμακα (Tamiflu ® και Relenza ®), που συνταγογραφούνται σε εκείνους που πραγματικά νοσούν από τη γρίπη, ενώ μερικές φορές συνιστάται και σ’ όσους μπορεί να έρθουν σε επαφή με τους πάσχοντες. Ωστόσο, δρουν κατά κανόνα, αν έχετε έναν πάσχοντα στο σπίτι, που θα το λάβει το πρώτο σημάδι της ασθένειας. Για παράδειγμα, η ιστοσελίδα του Tamiflu® αναφέρει ότι, αν το εμβόλιο ληφθεί εντός 48 ωρών από την πρώτη εμφάνιση των συμπτωμάτων, οι ενήλικες μπορεί να αισθανθούν καλύτερα περίπου 1,5 ημέρα γρηγορότερα από τους ασθενείς που δεν το έχουν λάβει.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2009, ο αμερικανικός FDA ενέκρινε ένα καινούριο εμβόλιο για την προστασία από τη γρίπη των χοίρων [6]. Δύο είδη εμβολίων κατά της γρίπης είναι διαθέσιμα: ενέσιμο (T.I.V.) ή ρινικό spray (L.A.I.V.). Το εμβόλιο αυτό έναντι του H1N1, ουσιαστικά δίχασε την παγκόσμια ιατρική κοινή γνώμη, λόγω των πιθανών παρενεργειών του.

Παρενέργειες

Σε μια πρώτη κλινική δοκιμή στην Αυστραλία, αναφέρθηκαν μικρές παρενέργειες από τα μισά άτομα που εμβολιάστηκαν (240 άτομα), όπως π.χ. ευαισθησία και πόνος στο σημείο της ένεσης, κεφαλαλγία, κακουχία, και μυϊκό πόνο [7]. Δύο άνθρωποι είχαν πιο σοβαρές αντιδράσεις, με πολύ μεγαλύτερο αίσθημα ναυτίας, μυϊκού πόνου και δυσφορίας, που διήρκεσε αρκετές ημέρες. Οι ερευνητές δήλωσαν ότι η συχνότητα και η σοβαρότητα αυτών των παρενεργειών ήταν παρόμοιες με αυτές που συνήθως παρατηρούνται από τα εμβόλια της εποχιακής γρίπης. Σε μια δεύτερη μελέτη [8], με συμμετοχή 2.200 ατόμων, από 3 έως 77 ετών, εκδηλώθηκαν το 10-25% των ανθρώπων οι ανωτέρω ήπιες παρενέργειες. Στις 19 Νοεμβρίου 2009, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) δήλωσε ότι έχουν χορηγηθεί 65 εκατομμύρια δόσεις του εμβολίου, με ασφάλεια παρόμοια με το κοινό αντιγριπικό εμβόλιο [9]. Παρουσιάστηκε επίσης μία έκθεση εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών με συχνότητα 1 ανά 10.000 δόσεις του εμβολίου, με μόνο 5% από αυτές να είναι σοβαρή [9].

Στον Καναδά, μετά από 6,6 εκατομμύρια δόσεις του εμβολίου σε ολόκληρη τη χώρα από τον 21 Οκτώβριου έως και τις 7 Νοεμβρίου, υπήρξαν αναφορές για ήπιες παρενέργειες σε εμβολιασμένα 598 άτομα, που εκδήλωσαν ναυτία, ζάλη, κεφαλαλγία, πυρετό, εμετό, οίδημα ή πόνο στο σημείο της ένεσης. Υπήρξαν συμπληρωματικές εκθέσεις για μυρμήγκιασμα των χειλιών ή της γλώσσας, δυσκολία στην αναπνοή και δερματικά εξανθήματα. Τριάντα έξι άνθρωποι αντιμετώπισαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας και εμπύρετων σπασμών. Το ποσοστό των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών είναι 0,54 ανά 100.000 δόσεις εμβολίου, που θεωρείται μικρό [10].

Άλλες σπάνιες παρενέργειες είναι προσωρινές διαταραχές αιμορραγίας, η μυϊκή παράλυση και το σύνδρομο Guillain-Barre (GBS), μια σπάνια και δυνητικά θανατηφόρος κατάσταση, που αφορά το περιφερικό νευρικό σύστημα. Ορισμένοι επιστήμονες έχουν αναφερθεί ανησυχίες σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις του εμβολίου [11]. Αφενός, υπάρχει το ενδεχόμενο η διέγερση του ανοσοποιητικού με εμβόλια να επιδεινώσει προϋπάρχουσα καρδιακή νόσο [12]. Επιπλέον, γίνεται μεγάλη κουβέντα για τα πιθανά έκδοχα των εμβολίων, σκουαλένιο και θειομερκάλη. Σε πρόσφατη ανακοίνωση, το CDC πάντως διατείνεται για την ασφάλεια του εμβολίου [13].

Πρόληψη

Το πιο σημαντικό κομμάτι στην προσπάθεια αντιμετώπισης της νόσου είναι η διατήρηση της καλής υγείας του ανοσοποιητικού συστήματος [3]:

  1. Καταρχήν, είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται η επάρκεια ύπνου. Η τακτική έλλειψή του επιφέρει κόπωση και καθιστά αδύναμο τον οργανισμό.
  2. Διασφαλίστε μια ισορροπημένη διατροφή – ειδικά σε βιταμίνες A, C, D και ψευδάργυρο – για να ενισχύσετε την ανοσοποιητική λειτουργία. Το κομμάτι της διατροφικής πρόληψης θα αναλυθεί στο δεύτερο μέρος του άρθρου.
  3. Πλύνετε συχνά των χέρια. Δεδομένου του ότι οι ιοί μπορούν να επιζήσουν σε οποιαδήποτε επιφάνεια, το τακτικό πλύσιμο των χεριών, μειώνει αρκετά τις πιθανότητες μεταφοράς μικρόβιων στο σώμα μας. Δεν συστήνεται η πολύ συχνή χρήση αντιβακτηριδιακών σαπουνιών, διότι σκοτώνουν και τα ωφέλιμα βακτήρια στο δέρμα. Επιπλέον, υπάρχει ανησυχία ότι οι χημικές ουσίες μπορεί να είναι περισσότερο επιβλαβής από ό, τι επωφελείς για εμάς. Τίποτα δεν αντικαθιστά το σαπούνι και το νερό.
  4. Ειδικά αν υποφέρετε από χρόνια αναπνευστικά προβλήματα, αποφύγετε την επαφή με νοσούντες, αλλά και πολυπληθή μέρη.
  5. Διακόψτε το κάπνισμα. Ο καπνός προκαλεί βλάβες στους πνεύμονες και στην παραγωγής βλέννας, που αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας έναντι στα παθογόνα των αεροφόρων οδών. Πράγμα που συνεπάγεται ευκολότερη δίοδο για τα παθογόνα, αλλά και σοβαρότερες επιπλοκές για τους καπνιστές.

 

Γιώργος Μίλεσης, MSc

Κλινικός Διαιτολόγος Διατροφολόγος

georgemiles9@gmail.com

 

References
1. Racaniello, V., Origin of current influenza H1N1 virus. 2009, Virology blog. available at http://www.virology.ws/2009/03/02/origin-of-current-influenza-h1n1-virus/
2. Centers for Disease Control and Prevention, C., Origin of 2009 H1N1 Flu (Swine Flu): Questions and Answers. 2009. available at http://www.cdc.gov/h1n1flu/information_h1n1_virus_qa.htm
3. Centers for Disease Control and Prevention, C., Prevention and treatment. 2009. available at http://www.cdc.gov/h1n1flu/qa.htm
4. Fitzgerald, D.A., Human swine influenza A [H1N1]: practical advice for clinicians early in the pandemic. Paediatr Respir Rev, 2009. 10(3): 154-8.
5. Childs, R.A., A.S. Palma, and S. Wharton, Receptor-binding specificity of pandemic influenza A (H1N1) 2009 virus determined by carbohydrate microarray. Nat. Biotechnol., 2009. 27(9): 797-9.
6. U.S. Food and Drug Administrarion, F.D.A., FDA Approves Vaccines for 2009 H1N1 Influenza Virus; Approval Provides Important Tool to Fight Pandemic. 2009. available at http://www.fda.gov/NewsEvents/Newsroom/PressAnnouncements/ucm182399.htm
7. Greenberg, M.E., et al., Response after One Dose of a Monovalent Influenza A (H1N1) 2009 Vaccine — Preliminary Report. N Eng J Med, 2009: [Epub ahead of print].
8. Zhu, F.C., H. Wang, and H.H. Fang, A Novel Influenza A (H1N1) Vaccine in Various Age Groups. N Eng J Med, 2009: [Epub ahead of print].
9. Kieny, M.-P. Initiative for H1N1/2009 Vaccine. in Transcript of virtual press conference. 2009.
10. Smith, J., Batch of H1N1 vaccine recalled for severe reactions, in Toronto Star. 2009.
11. Black, S., et al., Importance of background rates of disease in assessment of vaccine safety during mass immunisation with pandemic H1N1 influenza vaccines. Lancet, 2009: [Epub ahed of print].
12. Bhakdi, S., K. Lackner, and W.H. Doerr, Possible hidden hazards of mass vaccination against new influenza A/H1N1: have the cardiovascular risks been adequately weighed? Medical Microbiology and Immunology, 2009. 198: [Epub ahead of print].
13. Centers for Disease Control and Prevention, C., Summary of 2009 Monovalent H1N1 Influenza Vaccine Data – Vaccine Adverse Event Reporting System; Data through November 20, 2009. 2009. available at http://vaers.hhs.gov/resources/2009H1N1Summary_Nov25.pdf